Πρόσφατα άρθρα

Discuss the portrayal and effects of loss in the poetry of Cavafy

My Mother's Sin and Other Stories A series of lectures on Modern Greek literature taught by Dr Dimitra Tzanidaki-Kreps This is a first class essay of one of my students, Jenny Wight, who took my course this year writing beautifully on the effects of loss in Cavafy's poetry.

Discuss the portrayal and effects of loss in the poetry of Cavafy

Theatricality, didacticism, prosaic verse, use of persons as symbols, contemplative mood, flashbacks are some of Cavafy’s recurring ‘tropes’. Discuss.

Within the vast poetry collection of Constantine Cavafy, arguably, a pattern of recurring tropes emerges, offering the readers an in depth understanding of what defines his artistry. The poems that I have chosen for this essay being Young Men of Sidon, Alexandrian Kings and Kaisarion, from his book The Collected poems. One might say that they serve as an example of Cavafy’s gravitation towards an array of literary devices such as theatricality, didacticism, prosaic verse, use of persons as symbols, contemplative mood and flashbacks, one might say that they create a narrative that extends beyond the individual poems, inviting us to explore the timeless themes captured by Cavafy.

Theatricality, didacticism, prosaic verse, use of persons as symbols, contemplative mood, flashbacks are some of Cavafy’s recurring ‘tropes’. Discuss.

Hyperion or the hermit in Greece

Concept, dramaturgy and performance by Dimitra Kreps

Hyperion or the hermit in Greece

«Examine how homoerotic love is expressed in Cavafy’s erotic poetry» By Yousuf Danawi, Reading University

This essay aims to examine the manner in which homoerotic love is expressed in Constantine Peter Cavafy’s erotic poetry.Initially, it will provide a brief introduction entailing contextual information. Subsequently, this essay will bestow an intricate analysis of his erotic poems, with a particular focus on elucidating recurrent themes pertaining tohomoerotic love. The analysis will explore both the formal and thematic constituents of Cavafy’s erotic poetry, accompanied by a pervading extraction of deeper meaning.This examination will be enhanced utilising relevant secondary literature. The primary source that consists of the poems to be discussed in this essay derives from a digital anthology that comprises Cavafy’s ‘Recognised’, ‘Denounced’, and ‘Hidden’ poems

 «Examine how homoerotic love is expressed in Cavafy’s erotic poetry» By Yousuf Danawi, Reading University

The form of Dramatic Monologue as perfected by Ritsos’ poetry.

Yannis Ritsos is widely regarded as one of the most significant figures in contemporary Greek poetry. He managed to revolutionise the idea of a dramatic monologue and create not just beautiful poetry, but also a multifaceted art form that has depth on psychological, social, and philosophical levels throughout all of his publications. The dramatic monologue form was popularised by Victorian poets such as Robert Browning, but Ritsos revitalised it and many poets to this day still use his style as inspiration. His ability to construct identities and characters that the reader can genuinely sense and almost experience is skilful.

The form of Dramatic Monologue as perfected by Ritsos’ poetry.

In Ritsos’ Moonlight Sonata what sentiments does the woman’s confession provoke/inspire to you and how these compare to the ones felt by the young man who remains silent throughout her long monologue.

Yannis Ritsos' "Moonlight Sonata" is a poignant and emotionally charged poem that presents a deeply intimate monologue of a woman speaking to a silent young man. The setting is night, with the moonlight casting a dreamlike atmosphere over the scene. The woman's confession, filled with personal revelations, memories, and emotions, evokes a variety of sentiments in the reader and provokes a complex response.

In Ritsos’ Moonlight Sonata what sentiments does the woman’s confession provoke/inspire to you and how these compare to the ones felt by the young man who remains silent throughout her long monologue.

Discuss the portrayal and effects of loss in the poetry of Cavafy

My Mother's Sin and Other Stories A series of lectures on Modern Greek literature taught by Dr Dimitra Tzanidaki-Kreps This is a first class essay of one of my students, Jenny Wight, who took my course this year writing beautifully on the effects of loss in Cavafy's poetry.

Discuss the portrayal and effects of loss in the poetry of Cavafy

Poetics and Histories: To What Extent Did C. P. Cavafy Alter Historical Narratives, and for What Artistic Purposes?

stuident Name: Joseph Watson Module Lecturer: Dr Dimitra Tzanidaki-Kreps Date of Submission: 11/01/2016

Poetics and Histories: To What Extent Did C. P. Cavafy Alter Historical Narratives, and for What Artistic Purposes?

ἐξ ἐρίων δὴ καὶ κλωστήρων καὶ ἀτράκτων

This essay examines that metaphor in the context of the political and war situation at the time Lysistrata was first performed. It considers traditional gender roles in the fifth-century Greek polis and Lysistrata’s inversion of those roles in her weaving analogy. Aristophanes’ comedic purpose in the weaving speech, in Lysistrata as a whole, and more generally across his corpus is examined. In addition, some observations are made about the sound pattern of Lysistrata’s speech and, in a personal argument, a speculative suggestion is advanced that the audience might have associated her cadences with the familiar rhythms of a domestic weaving loom.

ἐξ ἐρίων δὴ καὶ κλωστήρων καὶ ἀτράκτων

How does Seferis’ mythical method interact with Greece’s lasting socio-political issues?

Seferis uses the mythical method in his poetry to allude to and comment upon social and political issues in Greece in his lifetime. Before discussing his poetry, it is important to define what is meant by Seferis’ mythical method. This method can be described as allusive, as although Seferis does make direct references to myth he does so in inventive ways, for example by using narrative space, symbols and characters to evoke Greek myths.

How does Seferis’ mythical method interact with Greece’s lasting socio-political issues?


sissiatha writes, "Γενικό κείμενο με ιστορικά στοιχεία που αφορούν την πόλη και μπορεί να χρησιμεύσουν σε κάποιο μάθημα ελληνικού πολιτισμού.

Σίσσυ Αθανασοπούλου

25 Ιανουαρίου 2005

«Θεσσαλονίκη- η κοσμοπολίτισσα των Βαλκανίων»

Η ιστορία της Θεσσαλονίκης αρχίζει με την ίδρυσή της από τον Κάσσανδρο το 315 π.Χ. Οι αρχαιολογικές έρευνες όμως αποδεικνύουν ότι η περιοχή κατοικήθηκε ήδη από τη νεολιθική εποχή (ευρήματα του αρχαιότερου πολιτισμού στην περιοχή της Σταυρούπολης) ενώ, όπως αναφέρει σε σχετική μελέτη ο Ντ. Χριστιανόπουλος, γύρω στα 1.000 π. Χ οι Μύγδονες (θρακικό φύλο) έχτισαν στον μυχό του θερμαϊκού κόλπου την πόλη Τίνδη που γρήγορα εξελίχθηκε σε μεγάλο λιμάνι και κέντρο της διονυσιακής λατρείας. Η Τίνδη μεταφράστηκε σε Θέρμη μόλις έφτασαν εδώ Ελληνικά φύλα. Δε γνωρίζουμε σαφώς πότε άρχισε ο εξελληνισμός της, ήδη όμως από τον 6ο π. Χ αιώνα ο ιστορικός Εκαταίος μιλάει για τον ανάμικτο, από Θράκες και Έλληνες, πληθυσμό της. Στη διάλεκτο των Μακεδόνων η πόλη ονομαζόταν Θέρμα και ο κόλπος της Θερμαϊκός. Η πόλη εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο λιμάνι του Μακεδονικού βασιλείου και επίνειο της πρωτεύουσάς του Πέλλας. Πάνω σ’ αυτή την πόλη ο Κάσσανδρος έκτισε μια νέα και μεγαλύτερη και της έδωσε το όνομα της γυναίκας του και ετεροθαλούς αδελφής του Μ. Αλεξάνδρου: Θεσσσαλονίκη. Η Θεσσαλονίκη γνωρίζει έκτοτε στιγμές άνθησης και μαρασμού καθώς κατακλύζεται από λαούς που συμβάλλουν στην πρόοδο και την ευημερία της ενώ άλλοι περνούν σα λαίλαπα, λεηλατούν και φεύγουν. Μακεδόνες, Πέρσες, Ρωμαίοι, Σαρακηνοί, Νορμανδοί, Φράγκοι, Τούρκοι, αφήνουν τα σημάδια τους στα τοπωνύμια, στη γλώσσα, στην αρχιτεκτονική, στους θρύλους της.

Η Εγνατία οδός (via Egnatia, via Regia, Φαρδύς Δρόμος, Μεγάλος Δρόμος) τέμνει την πόλη κατά μήκος, κατασκευάζεται από τους Ρωμαίους και ταυτίζεται με την Θεσσαλονίκη. Από δω περνούν οι ρωμαϊκοί θρίαμβοι, εδώ παρελαύνουν οι βυζαντινοί αυτοκράτορες, ο ελληνικός στρατός, όταν εισέρχεται ως ελευθερωτής το 1912. Εδώ «συνωθούνταν από βαθείας πρωίας μέχρι νυκτός βαθείας Τούρκοι, Αλβανοί, Εβραίοι, Έλληνες, Βούλγαροι, Αθίγγανοι, χωρικοί της Χαλκιδικής με τας γραφικάς των ενδυμασίας και χωρικοί των περιχώρων της Θεσσαλονίκης, καβάσηδες φουστανελοφόροι, Τούρκοι στρατιώται φεσοφόροι βαδίζοντες με ακαμψίαν, Ευρωπαίοι κομψώς ενδεδυμένοι, χανούμισαι με σκεπασμένο το πρόσωπον και Ευρωπαίοι με καπέλα νεωτάτου συρμού, χοτζάδες και δερβίσαι, ιερείς ιδικοί μας, αγιορείται καλόγεροι και καθολικοί ιερείς…», γράφει ο Π. Κοντογιάννης.

Σήμερα ο δρόμος εξακολουθεί να συγκεντρώνει ένα πολύχρωμο πλήθος ντόπιων και ξένων (βαλκάνιων κυρίως) επισκεπτών που μαζεύεται εδώ για να δει, να γευθεί, να πουλήσει την πραμάτεια του. Διασχίζοντάς την προς τα ανατολικά συναντούμε την Παναγία Χαλκέων, ναό του 11ου αιώνα, στη γωνία με τον κάθετο δρόμο των χαλκωματάδων κι απέναντι την υπαίθρια αγορά Βλάλη, γνωστή ως «Καπάνι», όπου εξακολουθούν αιώνες τώρα μικροπωλητές να διαλαλούν την πολύχρωμη κι ευωδιαστή τους πραμάτεια, απλωμένη προκλητικά μπροστά στα μάτια του επισκέπτη. Πιο κάτω, στην Εγνατία πάντα, βρίσκεται η Αχειροποίητος, ναός του 5ου αιώνα, και η αψίδα του Γαλέριου, γνωστή ως «Καμάρα».

Ανάλογα πολύβουο θα ήταν το πλήθος που συγκεντρώνονταν στα «Δημήτρια», τη μεγαλύτερη εμποροπανήγυρη των Βαλκανίων, που ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του πολιούχου της αγίου Δημητρίου κι έφερνε στη μεσαιωνική Θεσσαλονίκη «εμπόρους από την Κωνσταντινούπολη, τη Βουλγαρία, την Ιβηρία, τη Συρία, την Αίγυπτο. Πλήθος προσκυνητές κι επισκέπτες έρχονται εδώ, από τη δυτική Ευρώπη, Ιταλοί, Γάλλοι, Καμπανοί, Ισπανοί, Κέλτες. Τα πιο σπουδαία από τα εμπορεύματα ήταν υφάσματα, νήματα, γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα», λένε οι μαρτυρίες της εποχής. Η Θεσσαλονίκη ήταν πάντοτε μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η οικονομική της άνθηση είχε ήδη αρχίσει από τον 12ο αιώνα κι όταν το εμπόριο της Ανατολής πέρασε στα χέρια των Ιταλών (13ος αιώνας ), η πόλη έγινε κέντρο πολλών «οίκων» της Βενετίας και της Γένοβας.

Αιώνας ακμής της θεωρείται ο 14ος μ.Χ., η Θεσσαλονίκη γίνεται πολύ πλούσια, το λιμάνι της γνώρισε μεγάλη εμπορική κίνηση και η ναυτική της συντεχνία (η μεσαία τάξη της πόλης είναι οργανωμένη σε συντεχνίες ), ενισχύει τη δύναμή της και επηρεάζει σημαντικά την οικονομική και πολιτική ζωή της. Η Θεσσαλονίκη ανακηρύσσεται σε συμβασιλεύουσα και η πνευματική και καλλιτεχνική άνθηση αποτυπώνονται στα λαμπρά μνημεία της εποχής και στο έργο των λογίων της. Την ίδια εποχή η πόλη συγκλονίζεται από το κίνημα των «Ζηλωτών» (1342-1349), την πρώτη λαϊκή δημοκρατία της Ευρώπης.

Το κίνημα των « Ζηλωτών» είχε στόχο να εμποδίσει την καταδυνάστευση των «αδυ- νάτων» και γρήγορα εξαπλώθηκε από τα λαϊκά στα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Την ίδια εποχή αναπτύσσεται το κίνημα των «Ησυχαστών», που ήταν οπαδοί του απόλυτου ασκητισμού και υποστηρίζονταν από τον λόγιο μοναχό Γρηγόριο Παλαμά, που έγινε αργότερα μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Τους « Ησυχαστές» πολέμησε ο Βαρλαάμ, θεολόγος και αρχαιογνώστης λόγιος από την Καλαβρία της Ιταλίας. Γύ- ρω του συσπειρώθηκαν ο αρχαιολάτρες και οι «Ζηλωτές». Ευγενείς, μοναχοί και αρκετοί ιερείς πήραν το μέρος του Παλαμά. Η πόλη χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα. Η επανάσταση των ζηλωτών εδραιώθηκε με τη συνεργασία και των συντεχνιών και η Θεσσαλονίκη οργανώθηκε σε αυτόνομη πολιτεία. Το 1349 με νέα αντεπίθεση του Καντακουζηνού και των δυνατών η αυτόνομη πολιτεία πέφτει και η πόλη οδηγείται σε παρακμή.

Πολλούς αιώνες αργότερα ο Αβραάμ Μπεναρόγια θα ιδρύσει εδώ τη «Φεντερασιόν», τη μαζικότερη σοσιαλιστική οργάνωση των Βαλκανίων (1909). Στα 1917 το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης παίρνει την πρωτοβουλία για την ίδρυση της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας, που θα κάνει το πρώτο της πανελλαδικό συνέδριο στα 1918. Τα κινήματα αυτά καθώς και η γενικότερη κρίση στην περιοχή, οδήγησαν τη Θεσσαλονίκη σε παρακμή και τελικά στην οριστική της πτώση στα χέρια των Τούρκων στα 1430 (είχε υποκύψει άλλες δύο φορές στα 1387, και στην περίοδο 1391-1403). Ο γεωγραφικός περίγυρος με τον οποίο η Θεσσαλονίκη συνδεόταν λειτουργικά είχε ήδη περάσει στην τουρκική κατοχή από το 1383 και η πόλη παρέμενε μια χριστιανική νησίδα ανάμεσα στις τουρκικές καταχτήσεις, που εγκαταλείπονταν από τον τρομοκρατημένο πληθυσμό της.

Η είσοδος του Μουράτ Β΄ την βρήκε υπό ενετική κατοχή (1421-1430). Ο έλληνας διοικητής της Ανδρόνικος Παλαιολόγος, σε συνεννόηση με τους «άρχοντες» την εί- χε παραδώσει στους ενετούς, οι οποίοι αποδείχτηκαν σε πολλές περιπτώσεις σκληρότεροι από τους Τούρκους που τους διαδέχτηκαν. Τα χαράματα λοιπόν της 29ης Μαϊου του 1430 ο τουρκικός στρατός με επικεφαλής τον Μουράτ Β, εφόρμησε εναντίον της Θεσσαλονίκης από την πλευρά του χερσαίου τείχους αλλά κι από την θάλασσα, την κατέλαβε εγκαθιστώντας την τουρκική κυριαρχία για 500 χρόνια. Η περίοδος αυτή αποτελεί για πολλούς τη «σκοτεινή» πλευρά της ιστορίας της πόλης. Το σίγουρο είναι πως παραμένει η πιο ανεξερεύνητη και πολλά ιστορικά ζητούμενα που αφορούν στη ζωή, την κοινωνία, και την οικονομία της εποχής παραμένουν αναπάντητα.

Ο Μουράτ έλαβε αμέσως μέτρα για να σταματήσει την πληθυσμιακή αιμορραγία για να είναι η νέα του κατάχτηση αποδοτική φορολογικά. Απέσυρε τον οθωμανικό στρατό που στάθμευε στην πόλη, απελευθέρωσε τους «άρχοντές» της κι ανάγκασε τους χριστιανούς που είχαν καταφύγει στη Χαλκιδική και η γύρω περιοχή να επιστρέψουν. Ενίσχυσε βέβαια και το μουσουλμανικό στοιχείο με εποίκους και παραχώρησε ιδιαίτερα προνόμια στους μουσουλμάνους υπηκόους του.

Παράλληλα μετέτρεψε σε τζαμί το ναό της Αχειροποιήτου, εγκαινιάζοντας μια περίοδο τέτοιων μετατροπών που σταμάτησαν πολύ αργότερα, τον 16ο αιώνα, στη διάρκεια της οποίας πολλοί ορθόδοξοι ναοί μετατράπηκαν σε τζαμιά. Στα 1492 μετατρέπεται σε τέμενος ο ναός του Αγίου Δημητρίου και τίθεται υπό την προστασία των μεβλεβί δερβίσηδων. Εκτός όμως από αυτή την πολιτική, διαπιστώνουμε και τη διάθεση οικοδόμησης νέων θρησκευτικών και άλλων οικοδομημάτων. Έτσι, στα 1444 χτίζεται στο κέντρο της πόλης το λουτρό «Παράδεισος», στα 1455 αρχίζει η κατά-σκευή της κλειστής αγοράς «Μπεζεστένι», το 1486 κτίζεται τι «Αλατζά Ιμαρέτ», Τέμενος και πτωχοκομείο, και το «Γενί τζαμί», η σημερινή «Αίγλη». Το 1468 κτίζεται πάνω στην Εγνατία ένα μικρό τέμενος από την κόρη του Χάμζα μπέη, το οποίο θα ανακαινιστεί και θα επεκταθεί δύο αιώνες αργότερα, το σημερινό «Αλκαζάρ». Όλα τα παραπάνω μνημεία υπάρχουν και σήμερα και χαρίζουν στην πόλη, μαζί με τα με αυτά των άλλων περιόδων της ιστορίας της, το ιδιαίτερό της χρώμα.

Μετά το καταλάγιασμα των εντάσεων και των αναστατώσεων στην περιοχή, η Θεσσαλονίκη εμφανίζει τα πρώτα δείγματα δημογραφικής και οικονομικής ανάρρωσης. Στα τέλη του 15ου και στις αρχές του 16ου αιώνα, καταφτάνουν εδώ από την Ισπανία, τις ισπανικές κτήσεις, την Πορτογαλία και τη νότια Ιταλία εβραίοι («Σεφαρντίμ») καθώς και άλλοι από τη Δυτική Ευρώπη («Ασκεναζίμ»). Την εγκατάστασή τους ενθάρρυνε, για δικούς της λόγους, η τουρκική εξουσία.

Οι νέοι κάτοικοι, έμπειροι σε βιοτεχνικές ασχολίες (ταπητουργία, υφαντουργία, χρυσοχοϊα, βυρσοδεψία κ.α ), δίνουν ώθηση στην οικονομία της νέας τους πατρίδας. Επιδίδονται επίσης σε μεταπρατικές δραστηριότητες (μεσιτείες, ενοικιάσεις φόρων κ.α.) στις οποίες εμπλέκουν με τον καιρό και τους χριστιανούς συμπατριώτες τους. Από τα μέσα του 16ου αι. η Θεσσαλονίκη μεταβάλλεται σε διαμετακομιστικό κέντρο ανάμεσα σε Μακεδονία, Αιγαίο, Κωνσταντινούπολη, κεντρική Μεσόγειο.Οι εβραίοι οργανώνονται σε «καχάλ», αυτόνομες ομάδες που συντονίζονται αλλά δε συγκοινωνούν μεταξύ τους και από τα 1680 αποφασίζεται η κοινοτική τους οργάνωση σε ενιαία βάση. Έχει ήδη ξεσπάσει (1666) η κρίση στο εσωτερικό της κοινότητάς τους από τον εξισλαμισμό του Σαμπεθάι Σεβί, αρχηγός μιας ομάδας εβραίων, που συμπαρέσυρε και πολλούς ομόθρησκούς του, οι οποίοι αποτέλεσαν την ιδιότυπη κοινωνική και θρησκευτική ομάδα των «ντονμέδων» που παρέμεινε στο μεταίχμιο μεταξύ εβραίων και μουσουλμάνων. Η αναταραχή αυτή καθώς και η κρίση του βενετικού εμπορίου (τουρκοβενετική αναμέτρηση για την κατάχτηση της Κρήτης) σε συνδυασμό με την έλλειψη ασφάλειας στις θάλασσες του Αιγαίου οδήγησε τη Θεσσαλονίκη σε νέα κρίση. Η υποτονικότητα της οικονομικής δραστηριότητας θα διαρκέσει από τα τέλη του 17ου ως τις αρχές του 18ου αι. Την ίδια εποχή έχουμε και την απώλεια ενός μεγάλου μέρους του εβραϊκού της πληθυσμού που μεταναστεύει προς τα «ελεύθερα» λιμάνια της Ιταλίας και προς την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη.

Στα τέλη του 18ου αι., η αυθαιρεσία του Αλή Πασά και οι ληστρικές επιδρομές Αλβανών ατάκτων στην περιοχή της Ηπείρου και της Δ. Μακεδονίας, φέρνουν στη Θεσσαλονίκη πολλούς Έλληνες πρόσφυγες που ενισχύουν με τον ερχομό τους το ελληνικό στοιχείο της πόλης. Γενικά πάντως το ελληνορθόδοξο στοιχείο δεν πέρασε ποτέ στην πρώτη θέση και λόγω των διώξεων και μετακινήσεων που επέβαλλαν οι Τούρκοι αλλά και λόγω της εξαιρετικά χαμηλής γεννητικότητας, σε σύγκριση ιδιαίτερα με το μουσουλμανικό στοιχείο. Η γεωγραφική κατανομή των τριών κοινοτήτων της πόλης φαίνεται πως ήταν η εξής: oι ελληνορθόδοξοι κατοικούσαν στην ανατολική πλευρά ως το Ιπποδρόμιο και τη Νέα Παναγία. Πολλοί ήταν επήλυδες από τη γύρω ενδοχώρα και τις ορεινές περιοχές της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, άλλοι προέρχονταν από το βυζαντινό υπόστρωμα. Στο χριστιανικό πληθυσμό περιλαμβάνονταν, σύμφωνα με ενδείξεις, κι ένα ελάχιστο ποσοστό Σλάβων και Αρμενίων ορθοδόξων. Οργανώνονται γύρω από ένα 12μελές ή 20μελές συμβούλιο τους «άρχοντες», ενώ σημαντικό ρόλο στη ζωή της κοινότητας παίζουν κι οι συντεχνίες. Ο εβραϊκός πληθυσμός εξαπλώνονταν στη νότια και δυτική πλευρά μέχρι τη σημερινή Διαγώνιο και ο τουρκικός συγκεντρώνονταν, για λόγους επιβολής αλλά και για λόγους υγείας στο πάνω τμήμα της πόλης το λεγόμενο «Μπαϊρι».

Όπως λέει ο Γ .Βαφόπουλος «Η Θεσσαλονίκη ήταν μια ιδότυπη πολιτεία με πολύ έντονο τον ανατολίτικο χαρακτήρα της. Ωστόσο, η ειδική και γεωγραφική της θέση, όπου διασταυρώνονταν και συγκρούονταν τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων, είχε βοηθήσει να πάρει, στο κεντρικό τμήμα, μια πολύ δυνατή «ευρωπαϊκή» απόχρωση. Είχε κάτι από τον χαρακτήρα της Πόλης και πολύ από την ιδιομορφία της Σμύρνης».

Η συνύπαρξη των τριών κοινοτήτων ήταν σχετικά ειρηνική, χαρακτηρίζονταν όμως από εσωστρέφεια καιθώς ήταν σαφώς διαχωρισμένες. Από τις τρεις μεγαλύτερη αφομοιωτική ικανότητα επέδειξε η ελληνική, ιδιαίτερα όταν από τον 18ο αι. και ύστερα παρουσίασε σημαντική πρόοδο λόγω του οικονομικού και κοινωνικού δυναμισμού των μελών της. Την ίδια εποχή λειτουργούν εδώ 40 περίπου συντεχνίες. Η χριστιανική συμμετοχή σε αυτές είναι βαρύνουσα. Με τον καιρό οι ελληνορθόδοξοι επέκτειναν τις δραστηριότητές τους κι έξω από τα τείχη της πόλης, ιδρύουν 2 νοσοκομεία στους χώρους που κατέλαβαν αργότερα η μητρόπολη και η ηλεκτρική εταιρεία. Κοντά στο δεύτερο λειτουργεί και σχολείο. Σημαντικός είναι και ο ρόλος των ευεργετών όπως ο Ιωάννης Καυταντζόγλου που βοήθησε στην ανοικοδόμηση πολλών ναών και της μονής Βλατάδων, ο Ιωάννης Παππάφης, ο Συγγρός κ. ά. Η προεπαναστατική περίοδος βρίσκει τη Θεσσαλονίκη σε οικονομική άνθηση.

Με την έκρηξη της επανάστασης του 1821, αρχίζουν οι διώξεις που οδηγούν σε φυγή μεγάλο μέρος του ελληνορθόδοξου πληθυσμού προς το «ελεύθερο» ελληνικό κράτος. Η φυγή αυτή ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τους δεσμούς των χριστιανών κατοίκων της πόλης με το κέντρο. Η οργανωμένη ελληνική κοινότητα αντιμετώπισε τις δυσκολίες και τις διώξεις αλλά κι αργότερα την πυρκαγιά του 1829. Ανασυγκροτείται και συμβάλλει στην αλλαγή της φυσιογνωμίας της Θεσσαλονίκης, στον εξευρωπαϊσμό της.

Από το 1868 αρχίζει η διαπλάτυνση της Εγνατίας, η πόλη επεκτείνεται σταδιακά έξω από τα ανατολικά της τείχη. Εκεί σχηματίζεται η «οδός των εξοχών», η σημερινή Βασιλίσσης Όλγας με τα υπέροχα νεοκλασικά των εύπορων Θεσσαλονικέων. Μια επιχείρηση με ιππήλατα μικρά λεωφορεία αναλαμβάνει τη συγκοινωνία από το λιμάνι προς το Λευκό Πύργο, η πόλη συνδέεται σιδηροδρομικά με το ευρωπαϊκό δίκτυο και την Κωνσταντινούπολη κι αποκτά σύστημα ύδρευσης και φωταέριο. Νέες εταιρείες εγκαθίστανται κοντά στο λιμάνι, δίπλα σε εργοστάσια και σε αποθήκες πετρελαίου. Νέα πυρκαγιά το 1890 προκαλεί τεράστιες απώλειες στην ελληνική κυρίως κοινότητα που τις αντιμετωπίζει χάρη στη συμπαράσταση της ελεύθερης Ελλάδας.

Στις αρχές του 20ου αι. αναπτύσσονται στην περιοχή οι εθνικοί ανταγωνισμοί των βαλκανικών κρατών κι εδώ συγκρούονται αντάρτικα σώματα κυρίως Ελλήνων και Βουλγάρων, στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. Το τέλος των βαλκανικών πολέμων (1912) βρίσκει τα ελληνικά στρατεύματα στην πόλη που περνά στην ελληνική κυριαρχία τώρα πια. Το 1913 δολοφονείται εδώ ο βασιλιάς Γεώργιος από τον αναρχικό Αλέξανδρο Σχινά.

Σε λίγο θα ξαναβρεθεί στο επίκεντρο εσωτερικών αυτή τη φορά ανταγωνισμών, μια και εδώ θα μεταφέρει ο Βενιζέλος την κυβέρνησή του, όταν θα διαφωνήσει με τον βασιλιά Κωνσταντίνο για τη θέση που πρέπει να κρατήσει η Ελλάδα στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Η «κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης», με τη συμπαράσταση των συμμάχων της ΑΝΤΑΤ επιβάλλεται στην κυβέρνηση των Αθηνών, και εισάγει την Ελλάδα στον πόλεμο παρά την επιθυμία του βασιλιά Κωνσταντίνου για ουδετερότητα.

Με το τέλος της «Μεγάλης Ιδέας» και την ήττα των Ελλήνων στο μικρασιατικό στρατόπεδο το 1922, πολλές χιλιάδες προσφύγων έφτασαν εδώ από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη. Επιτάχθηκαν δημόσια κτίρια, θέατρα και κινηματογράφοι για να στεγάσουν το εξαθλιωμένο πλήθος που αναζήτησε καταφύγιο «στον μητρικό της Σαλονίκης κόλπο», προσδίδοντάς της ακόμη ένα προσωνύμιοQ «φτωχομάνα».

Την ίδια περίοδο η πολιτική της ανταλλαγής των πληθυσμών, εξανάγκαζε τους μουσουλμάνους κατοίκους της να πάρουν τον αντίστροφο δρόμο. Τον σπαραγμό τους περιγράφει ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας Γ. Ιωάννου, πρόσφυγας ο ίδιος, στο διήγημά του «στου Κεμάλ το σπίτι». Στα τουρκόσπιτα της Άνω Πόλης εγκαθίστανται πρόσφυγες, ενώ καινούργια ονόματα προστίθενται πλάι στα τουρκικά, γαλλικά, ιταλικά στις συνοικίες και τα προάστια της Θεσσαλονίκης για να θυμίζουν τις χαμένες πατρίδες: Νέα Μηχανιώνα, Κορδελιό, Νέα Κρήνη, Νέα Μενεμένη κ.α. Ένα μουσείο προσφυγικού Ελληνισμού ιδρύθηκε πρόσφατα στην Καλαμαριά, τη συνοικία που είχε δεχτεί κυρίως πρόσφυγες από τον Πόντο.

Οι πρόσφυγες επέδρασαν καταλυτικά στη νέα φυσιογνωμία της πόλης, μετέφεραν εδώ το επιχειρηματικό τους πνεύμα, αποτέλεσαν φθηνή εργατική δύναμη που προσείλκυσε ξένα κεφάλαια για επενδύσεις στην Ελλάδα. Σημειώνεται έτσι σημαντική ανάπτυξη που επιτρέπει την καθιέρωση της Διεθνούς Έκθεσης (1926).

Με τον ερχομό τους εμπλουτίζεται και η, ούτως ή άλλως πλούσια, μουσική παράδοση της πόλης. Σε αυτή την πλούσια μουσική παράδοση, μείγμα βυζαντινών, ανατολίτικων, αραβικών και σλαβικών στοιχείων, προστίθεται η μουσική της Ιωνίας. Ήδη από τις αρχές του αιώνα κατέφθαναν εδώ κομπανίες από τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη και με τον ερχομό των προσφύγων πολλοί ρεμπέτες (Βαμβακάρης, Τσιτσάνης, Γενίτσαρης, Παπαϊωάννου) μένουν και δουλεύουν εδώ. Το μουσικό κλίμα της εποχής αναβιώνει και στην τελευταία ταινία του Θ. Αγγελόπουλου «το λιβάδι που δακρύζει». Η Θεσσαλονίκη εξάλλου αποτελεί το φυσικό σκηνικό πολλών από τις ταινίες του σκηνοθέτη. Σήμερα, ένα νέο κύμα προσφύγων από τους χειμαζόμενους λαούς της Βαλκανικής καταφθάνει εδώ, καθώς η πόλη αποτελεί μια όαση ειρήνης στα ταραγμένα Βαλκάνια αλλά και την είσοδο προς την Ευρώπη. Η συγκέντρωσή τους εδώ συντελεί στην προώθηση των εργατικών διεκδικήσεων και στην ανάπτυξη εργατικού κινήματος που το 1936 έχει και τον πρώτο του νεκρό. Ο νεκρός διαδηλωτής στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, ο Τάσος Τούσης, εμπνέει τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο για να γράψει τον «Επιτάφιο». Λίγα χρόνια, στην ταραγμένη περίοδο της Κατοχής, το 1943, εδώ βρίσκει το θάνατο, υπό ανεξιχνίαστες συνθήκες, ο αμερικανός δημοσιογράφος Πολκ και μια εικοσαετία μετά, το1963, ο βουλευτής της αριστεράς Γρ. Λαμπράκης. Από εδώ επίσης έφυγαν, το 1943, γεμάτα τα τρένα με τους Εβραίους κατοίκους της πόλης που εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στερώντας «τη νέα Ιερουσαλήμ» από ένα μεγάλο και δημιουργικό τμήμα του πληθυσμού της.

Παρά τον ταραχώδη ιστορικό της βίο, από την Θεσσαλονίκη δεν έλειψε ποτέ η πνευματική κίνηση. Από την εποχή των Κυρίλλου και Μεθοδίου (9ος αι.), του μητροπολίτη και λόγιου Ευσταθίου(12ος αι.) και του Γρ.Παλαμά (13οςαι.), σημαντικοί πνευματικοί άνθρωποι έζησαν και έδρασαν εδώ: Ο ποιητής Ναζίμ Χικμέτ, ο συνθέτης Αιμίλιος Ριάδης, οι ζωγράφοι Πολύκλειτος Ρέγκος, Νίκος Κεσσανλής, Στέλιος Μαυρομάτης, οι λογοτέχνες Γ. Βαφόπουλος, Ν. Γαβριήλ Πεντζίκης, Γ. Θέμελης, Γ. Ιωάννου, οι ποιητές της Α. Ασλάνογλου, Μ.Αναγνωστάκης, Ντ. Χριστιανόπουλος, Δ. Καλοκύρης για να αναφέρουμε ενδεικτικά κάποιους. Πολλοί μελετητές της λογοτεχνίας κρίνουν ότι υπάρχουν ιδιαιτερότητες που μας επιτρέπουν να μιλήσουμε για «λογοτεχνική σχολή Θεσσαλονίκης». Από τους πιο σημαντικούς πολιτιστικούς θεσμούς αναφέρουμε το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, τα Δημήτρια, τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Παράλληλα με αυτούς τους θεσμούς, υπάρχουν, δημιουργούν και δατυπώνουν τον δικό τους λόγο στον πολιτισμό: ομάδες θεάτρου, μουσικά σχήματα, πολιτιστικοί σύλλογοι.

Σημαντικό μερίδιο σε όλη αυτή την κινητικότητα έχει ο φοιτητόκοσμος. Το πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε το 1926 με πρώτη τη Φιλοσοφική Σχολή. Σήμερα οι χιλιάδες φοιτητές συγκεντρωμένοι στην πανεπιστημιούπολη, στην καρδιά της πόλης, δίνουν το δικό τους παλμό και καθορίζουν τα πολιτιστικά και κοινωνικά πράγματα. Συχνά όλος αυτός ο νεαρόκοσμος συγκεντρώνεται στις ζώνες εκείνες της πόλης που μεταμορφώνονται σε πολυδύναμους χώρους χάρη στην ανάπτυξη της βιομηχανικής αρχαιολογίας που διασώζει και αναβιώνει εγκαταλελειμμένους βιομηχανικούς χώρους. Τις τελευταίες δεκαετίες αναπτύσσεται μια γενικότερη προσπάθεια διατήρησης ιστορικών αρχιτεκτονικών συνόλων αλλά και κτιρίων που η πυρκαγιά το 1917 και η ανεξέλεγκτη ανοικοδόμηση των δεκαετιών `60 και `70 άφησαν ανέπαφα (Άνω Πόλη, Λαδάδικα, νεοκλασικά της Βασιλίσσης Όλγας κ.α.).

Σύμβολο της πόλης παραμένει ο βενετσιάνικος Λευκός Πύργος με την ματοβαμένη ιστορία του, καθώς για χρόνια λειτούργησε σαν φυλακή. Πολλά από τα εναπομείναντα κτίρια είναι του ιταλού αρχιτέκτονα Vitaliano Poselli. Το πολεοδομικό σχέδιο της πυρίκαυστης ζώνης, που υπέβαλε ο γάλλος πολεοδόμος E. Hebrard, επικεφαλής μιας επταμελούς διεθνούς επιτροπής το 1919, έμεινε σχεδόν απραγματοποίητο, δείγμα του πάντως αποτελεί η πλατεία Αριστοτέλους.

Η πυρκαγιά του 1917 αποτέφρωσε σε 32 ώρες 120 εκτάρια του ιστορικού κέντρου, σβήνοντας έτσι ένα σημαντικό κομμάτι από την ιστορία της πόλης. Η προσπάθεια ανοικοδόμησής της αποτελεί ορόσημο στην ανάπτυξη της ελληνικής πολεοδομίας, αν και ακυρώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της. Η συνδυασμένη προσπάθεια των φορέων του κράτους για τη συνολική αναδιάρθωση του αστικού χώρου, επένδυσε περισσότερο στην ευρωπαϊκή πλευρά της Θεσσαλονίκης, προσπαθώντας να συρρικνώσει τα ανατολίτικα στοιχεία της. Με προβλέψεις περιφερειακού δρόμου και πράσινης ζώνης, με μοντέρνες αρχιτεκτονικές διευθετήσεις κι επεξεργασία πλατειών κι ελεύθερων χώρων, η Θεσσαλονίκη έδειχνε να ετοιμάζεται για ένα νέο ρόλο, με δυτικοευρωπαϊκό προσανατολισμό αυτή τη φορά.

Το σχέδιο εκείνο, τόσο το πολεοδομικό όσο και το πολιτικό, δεν προχώρησε και σήμερα που ο όρος «Βαλκάνιος» φαίνεται πως απελευθερώνεται από τις αρνητικές του συνδηλώσεις, η Θεσσαλονίκη επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στην ανάδειξή της σε κέντρο των Βαλκανίων.

Περιδιαβαίνοντας την πόλη ο σύγχρονος επισκέπτης περιδιαβαίνει την ιστορία εικοσιτριών αιώνων, και διαπιστώνει πως εδώ η ζωή, παρόλο που έχει πια όλα τα χαρακτηριστικά και τα προβλήματα μιας μεγαλούπολης, διατηρεί ρυθμούς ακόμη ανθρώπινους, γιατί όπως λέει ο Κωστής Μοσκώφ «ο έρωτας αναβλύζει από την λειτουργία της πόλης ως κέντρου συνάντησης και ανταλλαγής τόσο υλικών αγαθών όσο και αισθήσεων και ιδεών, πραγμάτων και βλεμμάτων».
Αθανασία Αθανασοπούλου


-Κωστή Μοσκώφ «Θεσσαλονίκη- τομή της μεταπρατικής πόλης» A+B, Στοχαστής

-Χρήστου Ζαφείρη «Θεσσαλονίκης εγκόλπιον»¸ Εξάντας.

-Χρήστου Ζαφείρη « Θεσσαλονίκης τοπιογραφία», Παρατηρητής.

-Χρήστου Ζαφείρη «Ο έρως σκέπει την πόλη»¸ Εξάντας

-Νέα Εστία « Αφέρωμα στην Θεσσαλονίκη», Χριστούγεννα 1985.

-Κώστα Τομανά « Οι ταβέρνες Θεσσαλονίκης»¸ Εξάντας.

-Κώστα Τομανά « Τα καφενεία της παλιάς Θεσσαλονίκης»¸ Εκδοτική Ομάδα

-Κώστα Τομανά « Οι κάτοικοι της παλιάς Θεσσαλονίκης»¸ Εξάντας

-Κώστα Τομανά « Το θέατρο στην παλιά Θεσσαλονίκη»¸ Νησίδες

-Νίκου Βουργουτζή, «Παιδιά της Θεσσαλονίκης », διηγήματα, University Studio Press.

-Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης «Θεσσαλονίκην Φιλίππου βασίλισσαν», λεύκωμα, University Studio Press.

-Γιώργου Μέγα « Η επανάσταση των Νεοτούρκων στη Θεσσαλονίκη», University Studio Press.

-Δ. Δρογίδη «University Studio Press. 1897-1997», M. Lieberg, Ε.Χεκίμογλου, University Studio Press.

- «Θεσσαλονίκη 1944, τα φωτογραφικά ντοκουμέντα του Jean Lieberg», λεύκωμα, University Studio Press.

-Γ. Αναστασιάδη, «Η Θεσσαλονίκη των εφημερίδων» University Studio Press.

-Ε.Χεκίμογλου «Θεσσαλονίκη-τουρκοκρατία- μεσοπόλεμος», University Studio Press.

-Ε.Χεκίμογλου – E.Danacioglou «Η Θεσσαλονίκη πριν από 100 χρόνια», University Studio Press.

-Ιωσήφ Νεχαμά «Ιστορία των Ισραηλιτών της Θεσσαλονίκης» Α+Β+Γ τομ. University Studio Press.

-Ιωσήφ Νεχαμά «Θεσσαλονίκη- περιπόθητη πόλη», Νησίδες.

-Ζ. Ποζέλι « Vitaliano Poselliτης Θεσσαλονίκης». Η ζωή του μεγάλου αρχιτέκτονα μέσα από το χειρόγραφο της εγγονής του. University Studio Press.

-Α.Γρηγορίου «Χάνια-πανδοχεία-ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης» University Studio Press.

-Γ. Μαγούλιου « ρόλος της Θεσσαλονίκης στη διαβαλκανική οικονομική συνεργασία», University Studio Press.

-Γ. Βαφόπουλου « Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης», Παρατηρητής.

-Α.Καρκαβίτσα «Θεσσαλονίκη», διήγημα, Ιανός.

-Γ.Μελίκη « Δημοτικά ταγούδια για τη Θεσσαλονίκη», Ιανός.

-Ντ. Χριστιανόπουλου «Θεσσαλονίκην ου μ`εθέσπισεν», Ιανός.

-Ντ. Χριστιανόπουλου « Καλλιτεχνικά Θεσσαλονίκης», μελέτες και σημειώματα, Ιανός.

-Π. Σφυρίδη « Εν Θεσσαλονίκη-13 σύγχρονοι πεζογράφοι»,ανθολογία- μελέτη, Ιανός.

-«Τοις αγαθοίς βασιλεύουσα», επιμέλεια Ι.Χασιώτη,Παρατηρητής.

-Ε. Χεκίμογλου,»Τα μυστήρια της Θεσσαλονίκης», University Studio Press.


-«Ανοιξη στη Σαλονίκη», σεφαραδίτικα, εκδ. του Α.Π.Θ.

-«Η Θεσσαλονίκη στα ρεμπέτικα», εκδ. του Α.Π.Θ.

© 2012 Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας - Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα